Αλλαντική Τοξίνη: Βασικά στοιχεία για τους ασθενείς


Τι ειναι;


Η αλλαντική νευροτοξίνη (βοτουλινική τοξίνη, Μπότοξ) είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται από το βακτήριο clostridium botulinum. Η αλλαντική τοξίνη θεωρόυνταν μια επικίνδυνη δηλητηριώδης ουσία, καθώς μέσω τροφίμων, μπορεί να προκαλέσει Αλλαντίαση, μια βαριά κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει και στον θάνατο. 


Εδώ και δεκάδες πια χρόνια όμως, η ουσία αυτή έχει επιστημονικά μετατραπεί και χρησιμποείται ως ένα ασφαλές και ιδιαίτερα αποτελεσματικό φάρμακο που μπορεί να αντιμετωπίσει πολλά και διαφορετικά νοσήματα, όταν χρησιμοποιείται στις σωστές δόσεις και απο εξειδικευμένους, πιστοποιημένους γιατρούς.



Νευρολογικές ασθένειες στις οποίες χρησιμοποιείται


Η κύρια ένδειξη αφορά τους νευρολογικούς ασθενείς με δυστονίες δηλαδή μιας κινητικής διαταραχής που χαρακτηρίζεται απο υπερβολικές και παρατεταμένες μυϊκές συσπάσεις. Προηγούμενες θεραπείες αφορούσαν κυρίως αντιχολινεργικά χάπια τα οποία δενείχαν συνήθως καλά αποτελέσματα και δημιουργούσαν έντονες παρενέργειες. 'Ετσι, η αλλαντική τοξίνη πραγαματικά βελτίωσε σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών με δυστονίες.

Η αλλαντική τοξίνη είναι πολύ αποτελεσματική και αναμένεται βελτίωση κατά 50-90% για τουλάχιστον 2-3 μήνες. Αν οι ενέσεις δεν φανούν αποτελεσματικές, τότε το ενδεχόμενο αλλαγής της δόσης ή του σημείου της ένεσης πρέπει να αξιολογηθεί.


Η αλλαντική τοξίνη στην δυστονια:


H δυστονία ορίζεται ως ακούσιοι μυϊκοί σπασμοί ή συσπάσεις που προκαλούν στροφικές, σπασμωδικές κινήσεις ή ασυνήθεις θέσεις μερών του σώματος και μπορεί να αφορά όλα τα μέρη του σώματος πχ.

• Αυχενική δυστονία (ραιβόκρανο), όπου συσπάσεις των

μυών του αυχένα οδηγούν σε μη φυσιολογική στροφή,

κλίση ή συστροφή της κεφαλής

• Βλεφαρόσπασμος

• Στοματογναθική δυστονία (αφορά την σιαγώνα ή του κάτω

μέρους του προσώπου)

• Λαρυγγική δυστονία ή σπασμωδική δυσφωνία (αφορά σπασμό των φωνητικώ χορδών)

• Δυστονία στο χέρι ή στο άνω άκρο, πχ σπασμός του

γραφέα ή και στο κάτω άκρο

Η αλλαντική τοξίνη σε άλλες νευρολογικές παθήσεις: 

Τρόμος κεφαλής, χεριών ή στη φωνή, Τικ, Ημίσπασμος προσώπου, Σπαστικότητα (όπως πχ. σε εγκεφαλική παράλυση, μετά από εγκεφαλικά επεισόδια και στην πολλαπλή σκλήρυνση (σκλήρυνση κατά πλάκας), Υπερβολική εφίδρωση ή υπεριδρωσία, σιελόρροια, ημικρανία


Πως δρα;


Η αλλαντική τοξίνη χορηγείται με λεπτή, μικρή ένεση ενδομυικά ή σε αδένα. Οι απολήξεις των νεύρων συλλέγουν την τοξίνη η οποία μπλοκάρει την σύνδεση του νεύρου με το μυ ή τον αδένα. Ως αποτέλεσμα ο μυς δεν μπορεί να συσπαστεί οπότε χαλαρώνει και βελτιώνεται ο σπασμός. Εάν πρόκειται για αδένα,  μειώνεται η παραγωγή σάλιου ή ιδρώτα.


Δύο τύποι αλλαντικής τοξίνης είναι αυτήν τη στιγμή διαθέσιμοι στους ασθενείς (Α και Β). Οι διάφορες τοξίνες που υπάρχουν στο εμπόριο, διαφέρουν στην ισχύ και την ικανότητά τους να διαχέονται στον ιστό που χορηγούνται. Γενικά, όλες δρουν με τον ίδιο τρόπο και έχουν την ίδια επίδραση στους μυς ή στους αδένες. 


Η  αποτελεσμάτική δοσολογία διαφέρει απο ασθενή σε ασθενή και ανάλογα με την βαρύτητα της νόσου, έτσι οι γιατροί πρέπει να χρησιμοποιήσουν τη σωστή δόση για την εκάστοτε τοξίνη και τον εκάστοτε ασθενή και να ειναι εξειδικευμένοι στην χορήγησή της ανάλογα με την ένδειξη. 


Μετά από μια ένεση, χρειάζονται απο 2 έως 7 ημέρες για να αρχίσει να φαίνεται το πρώτο αποτέλεσμα το οποίο αγγίζει ην μέγιστη δράση του μετά από περίπου 2 εβδομάδες με έναν μήνα και έπειτα σταδιακά εξασθενεί και τα συμπτώματα επανέρχονται. Έτσι, το αποτέλεσαμ της θεραπείας διαρκεί 3-6 μήνες, και άν ο ασθενής επιθυμεί να συνεχίσει, επαναλαμβάνεται  κάθε 3 με 6 μήνες. Δεν επαναλαμβάνονται νωρίτερα του τριμήνου ώστε να προληφθεί η απόρριψη της θεραπείας από τον οργανισμό μας.



Ανεπιθύμητες ενέργειες

 

Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες καθώς η δράση του φαρμάκου δεν είναι μόνιμη. Επίσης όσο μεγάλύτερη η δόση, και όσο λιγότερη εμπειρία έχει ο γιατρός, τόσο πιο πιθανό είναι να συμβούν. Ως εκ τούτου η συνήθης πρακτική είναι να αρχίζουμε με μικρές δόσεις, καθώς ο κάθε ασθενής ανταπικρίνεται διαφορετικά και να επιτυγχάνουμε σε επόμενες επισκέψεις την ιδανική δόση με ελάχιστη πιθανότητα παρενεργειών.


Η συνηθέστερη ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η μυϊκή αδυναμία κοντά στο σημείο της ένεσης, πχ πτώση του βλεφάρου ή διπλή όραση μετά από μια ένεση κοντά στο μάτι. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι ο πόνος, οι μώλωπες ή η εκροή αίματος στο σημείο της ένεσης. Πολύ σπάνια μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη αδυναμία ή συμπτώματα παρόμοια με αυτά της γρίπης 1-2 ημέρες μετά την ένεση που υφίενται συνήθως απο μόνα τους. 


Οι ενέσεις πρέπει πάντα να γίνονται από έμπειρους και εκπαιδευμένους ιατρούς.